Σ ήμερα άκουγα το κήρυγμα του Μακαριότατου κ.Χριστόδουλου, που ένυξε το θέμα του στριμωγμένου και ξαφνικά φτωχού, φτωχότερου λαού, που αποκοιμιέται και ωθείται σε έκλυση των ηθών, πρωτοφανή για τη ράτσα μας…
Σ κέφθηκα τη μάνα μου που έλεγε ότι η πρώτη και η τρίτη τάξη, (όταν στην κοινωνία υπήρχε και η..μεσαία), ρέπουν σε έκλυση ηθών. Η πρώτη γιατί δεν χαμπάρει και για λόγους ανίας και η τρίτη, γιατί δεν έχει τίποτα να χάσει. Βέβαια και τη μεσαία τάξη, τη διαιρούσε στα τρία, αλλά αυτό δεν είναι του παρόντος.
Σ υνειδητοποιώ ότι παίρνει μορφή κάτι που υπάρχει στα βάθη του μυαλού μου,
όταν βλέπω πρόσωπα στην τηλεόραση, ειδικά σε κάποιες παρακμιακές εκπομπές,
όταν ακούω να μιλούν όλοι, με όλο και φτωχότερη γλώσσα, μια και
δεν διαβάζουμε πολύ,
δεν συγχρωτιζόμαστε,
δεν μιλάμε,
δεν ακούμε τον άλλο πια,
δεν τον κοιτάζουμε στο δρόμο,
παρά μόνο για να ειρωνευτούμε το διαφορετικό ή να φωνάξουμε
το άδικο δίκιο μας, περιχαρακωμένοι στον ατομισμό μας…
Θυμήθηκα μια κριτική-χρονογράφημα του έγκριτου δημοσιογράφου Στ. Τσαγκαρουσιάνου, στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ πριν μέρες, με τίτλο “Μακάριοι οι απλοί” ή “Πως οι φτωχοί πονήρεψαν κι έχασαν τη χαρά τους”.
Α φορμή του δίνει ένα λεύκωμα με φωτογραφίες καθημερινών ανθρώπων στο διάστημα 1954-1965, τα χρόνια της αθωότητας, όπως τα χαρακτηρίζει.
Θ αυμάζει τις φυσικές αβίαστες στάσεις του κορμιού τους, τα βλέμματα, τις συνάξεις τους. Θαυμάζει και θυμάται τη χαρά και τη διασκέδασή τους, τότε, που υπήρχε επίσης πενιχρότητα ακόμα και πείνα, την ξεγνοιασιά και την κατάφαση στη ζωή, που χαρακτηρίζει ελάχιστους και φιλοσοφημένους. Χαρακτηριστικά γράφει:
Σ ήμερα οι φτωχοί δεν έχουν κόσμο μέσα τους. Τον έχει γδύσει η τηλεόραση. Δεν έχουνε κουμάντο, δεν έχουν μέτρο, ούτε γείωση: τους έχει διαλύσει όλους ο φθόνος της γκλαμουριάς. Θέλουν να διασκεδάζουν όπως οι πλούσιοι κι αυτό τους σέρνει σε συμπεριφορές γελοίες κι ένα είδος χαράς, άχαρης. Σήμερα οι φτωχοί έχουν χάσει το τρομερό προνόμιο της απλότητας- που η ρίζα της είναι βαθιά, αρχαία, φτάνει στις πηγές της ελληνικής σκέψης. Είναι μέσα κι έξω σκυλεμένοι, ανερμάτιστοι, η ρίζα τους κομμένη, τα φοβερά εικονίσματα ξεκρεμασμένα, στην αντιπαροχή.
Γ ια αυτό βλέπουμε με νοσταλγία τα ασπρόμαυρα εργάκια του 50-60 και αναπαράγουμε τις ατάκες τους. Γιατί πεθυμήσαμε ανθρώπους,
“με έρμα, κέντρο, εσωτερική ζωή, ανθρώπους ανθρωπένιους,
με αίμα και χαρά στις φλέβες”.-

